Ισχυρούς κλυδωνισμούς στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Βραζιλίας προκάλεσε η επανεκλογή του προέδρου Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, οδηγώντας τη Δευτέρα σε προσωρινή διακοπή των χρηματιστηριακών συναλλαγών, κατακόρυφη πτώση του εθνικού νομίσματος και μαζικές ρευστοποιήσεις κρατικών ομολόγων.
Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης Ibovespa υποχώρησε κατά 10%, ενεργοποιώντας τον μηχανισμό ασφαλείας της διαχειρίστριας εταιρείας B3, που προβλέπει αναστολή των συναλλαγών για 30 λεπτά σε περιπτώσεις ακραίας μεταβλητότητας.
Παράλληλα, το βραζιλιάνικο ρεάλ έχασε περίπου 12% της αξίας του έναντι του αμερικανικού δολαρίου, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του δείκτη Bovespa σημείωσαν πτώση σχεδόν 15%. Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν και τα κρατικά ομόλογα, κυρίως εκείνα μακροπρόθεσμης διάρκειας.
Η αναταραχή ανάγκασε το υπουργείο Οικονομικών να ακυρώσει προγραμματισμένες δημοπρασίες κρατικών τίτλων στις 27 και 29 Οκτωβρίου, σε μια προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων της αυξημένης αβεβαιότητας.
Η αντίδραση των αγορών σηματοδοτεί πλήρη ανατροπή του θετικού κλίματος που είχε διαμορφωθεί μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, όταν ο δεξιός υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρο είχε επικρατήσει, ενισχύοντας τις προσδοκίες για αλλαγή οικονομικής πολιτικής.
Οι επενδυτές εκτιμούσαν ότι μια ενδεχόμενη νίκη του Μπολσονάρο θα οδηγούσε σε αυστηρότερη δημοσιονομική διαχείριση και χαμηλότερο κόστος δανεισμού. Πριν από τον δεύτερο γύρο, οι μετοχές είχαν ενισχυθεί σχεδόν 7%, ενώ το ρεάλ κατέγραφε άνοδο περίπου 5%.
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλεί η άρνηση του Μπολσονάρο να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα, καθώς και η πρόθεσή του να επιδιώξει την ακύρωσή του.
Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται στις οικονομικές επιλογές του Λούλα και κυρίως στον διορισμό του νέου υπουργού Οικονομικών, που θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη των προθέσεων της κυβέρνησης.
Το δημόσιο χρέος της Βραζιλίας υπερβαίνει το 82% του ΑΕΠ, ενώ οι υψηλές υποχρεωτικές δαπάνες περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων.
Η κυβέρνηση επιδιώκει δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 1,3% του ΑΕΠ έως το 2030, χωρίς ωστόσο να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως τα μέτρα επίτευξής του.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι χωρίς αξιόπιστο σχέδιο περιορισμού των δαπανών και σταθεροποίησης του χρέους, οι επενδυτές ενδέχεται να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για το Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται επίσης η συνεργασία της κυβέρνησης με το Κογκρέσο, όπου η αντιπολίτευση διαθέτει σημαντική επιρροή, καθώς οποιαδήποτε ουσιαστική δημοσιονομική μεταρρύθμιση προϋποθέτει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
