Με μηνιαίο εισόδημα 1.559,68 ευρώ και βασικά έξοδα διαβίωσης 2.300 ευρώ, μια πενταμελής οικογένεια με οφειλές από το 2006 πήρε από το δικαστήριο μια απόφαση που θα κρατήσει το σπίτι της ασφαλές για τα επόμενα χρόνια: μηδενικές καταβολές για μία τριετία και καμία νέα δικάσιμος για επανεξέταση.
Η υπόθεση φέρνει στο φως ένα φαινόμενο που αφορά χιλιάδες νοικοκυριά: όσους δεν έπεσαν σε αδιέξοδο από απερισκεψία, αλλά επειδή η ζωή άλλαξε πιο γρήγορα από το εισόδημά τους.
Χρέη από το 2006 και μια οικογένεια που μεγάλωσε
Το ζευγάρι είχε συσσωρεύσει οφειλές προς τραπεζικά ιδρύματα που ξεκινούν από το 2006. Ο σύζυγος εργαζόταν ως συμβασιούχος καθαριότητας στον Δήμο Κηφισιάς, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Η σύζυγος έμεινε άνεργη από το καλοκαίρι του 2012.
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε με τα παιδιά. Η οικογένεια απέκτησε τρία ανήλικα τέκνα, το 2016, το 2019 και το 2021, και οι καθημερινές ανάγκες αυξήθηκαν δραστικά.
Οι γονείς πλήρωναν τις δόσεις, μέχρι που σταμάτησαν
Για πολλά χρόνια το ζευγάρι έμεινε συνεπές χάρη στην οικονομική στήριξη των γονέων του συζύγου. Εκείνοι κάλυπταν εξ ολοκλήρου τις μηνιαίες δόσεις των στεγαστικών δανείων, καθώς είχαν συμβληθεί ως εγγυητές.
Η στήριξη αυτή διακόπηκε όταν και οι ίδιοι αναγκάστηκαν να υπαχθούν στον Νόμο Κατσέλη για δικά τους χρέη. Το ζευγάρι έμεινε μόνο του απέναντι στις υποχρεώσεις.
Το «κενό» των 740 ευρώ τον μήνα
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το καθαρό μηνιαίο εισόδημα της οικογένειας ανέρχεται σε 1.559,68 ευρώ. Οι απολύτως βασικές και εύλογες δαπάνες διαβίωσης για τα πέντε μέλη προσδιορίστηκαν στα 2.300 ευρώ τον μήνα και καλύπτουν διατροφή, στέγαση, λογαριασμούς και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Το μηνιαίο έλλειμμα φτάνει έτσι τα 740,32 ευρώ, ήδη πριν από οποιαδόσηδήποτε δόση προς τράπεζα.
«Δόλος» ή ατυχία; Το σκεπτικό της απόφασης
Οι τράπεζες υποστήριξαν ότι οι αιτούντες περιήλθαν δόλια σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό.
Οι δικαστές σημείωσαν ότι «οι αιτούντες φάνηκαν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2006 έως και το έτος 2011». Επισήμαναν επίσης ότι «η αύξηση των οικογενειακών τους δαπανών δεν επήλθε από ανακυκλούμενο υπερδανεισμό, αλλά από την απόκτηση τριών τέκνων».
Στην πλευρά των οφειλετών λογαριάσθηκε και η πρόθεση αποπληρωμής: είχαν ήδη εξοφλήσει πιστωτικές κάρτες στο παρελθόν και είχαν προσημειώσει την κατοικία τους.
Το σπίτι των 38.781,86 ευρώ που δεν θα πουληθεί
Στο επίκεντρο βρέθηκε η κύρια κατοικία: ένα διαμέρισμα με αποθήκη, συνολικής αντικειμενικής αξίας 38.781,86 ευρώ, που ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους συζύγους.
Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι «σημασία δεν έχει η αξία κτήσης της κατοικίας (τίμημα πώλησης) του ακινήτου που αναγράφεται στο συμβόλαιο, ούτε η αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, αλλά η αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά τη συζήτηση της αίτησης».
Επειδή η τρέχουσα αξία κινείται κάτω από το αφορολόγητο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας, το ακίνητο εξαιρέθηκε από την εκποίηση.
Τι ορίστηκε: μηδενικές δόσεις και τέλος στις νέες δικασίμους
Λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις, τη μακροχρόνια ανεργία και το αδιέξοδο μιας πενταμελούς οικογένειας με χαμηλά εισοδήματα, το δικαστήριο όρισε:
- μηδενικές μηνιαίες καταβολές για τη γενική ρύθμιση,
- μηδενικές μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας,
- διάρκεια τριών ετών.
Κρίνοντας ότι οι οικονομικές δυσχέρειες έχουν μόνιμο χαρακτήρα, το δικαστήριο έκρινε ρητά ότι «παρέλκει ο ορισμός νέας δικασίμου για τον επαναπροσδιορισμό του ύψους των καταβολών».
Στην πράξη, οι οφειλέτες δεν θα χρειαστεί να περάσουν ξανά από νέους δικαστικούς κύκλους και επανεξέταση των εισοδημάτων τους μετά την τριετία, και το σπίτι τους παραμένει πλήρως προστατευμένο.
Γιατί έχει σημασία η υπόθεση
Η απόφαση δείχνει τα κριτήρια που ζυγίζουν τα δικαστήρια: τη συνέπεια του οφειλέτη στο παρελθόν, την αιτία της επιδείνωσης της οικονομικής του θέσης και την πραγματική ικανότητα αποπληρωμής. Όταν η αιτία είναι η δημιουργία οικογένειας και η μακροχρόνια ανεργία, και όχι ο υπερδανεισμός, το βάρος της απόδειξης του «δόλου» μπορεί να αποδειχθεί δυσβάστακτο για τους πιστωτές.




