Μέχρι τον Σεπτέμβριο έχουν περιθώριο οι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι που θεωρούν ότι το τεκμαρτό εισόδημα που τους επιβλήθηκε είναι υψηλότερο από το πραγματικό, να ζητήσουν φορολογικό έλεγχο και να διεκδικήσουν χαμηλότερο φόρο.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν αποτελεί μια απλή ένσταση απέναντι στο εκκαθαριστικό. Η επιλογή αμφισβήτησης σημαίνει ότι η ΑΑΔΕ θα εξετάσει αναλυτικά την οικονομική κατάσταση του φορολογουμένου, προκειμένου να διαπιστώσει αν πράγματι το πραγματικό εισόδημα ήταν χαμηλότερο από αυτό που προέκυψε με βάση το τεκμαρτό σύστημα.
Οι κρίσιμες ημερομηνίες
Για τη μεγάλη πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, η προθεσμία για τη συμπλήρωση του ειδικού ερωτηματολογίου λήγει στις 22 Σεπτεμβρίου 2026.
Για φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με απλογραφικά βιβλία, η προθεσμία φτάνει έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2026.
Βασική προϋπόθεση για να ξεκινήσει η διαδικασία είναι ο φορολογούμενος να έχει επιλέξει τους κωδικούς 443-444 του εντύπου Ε1 κατά την εμπρόθεσμη υποβολή της φορολογικής δήλωσης.
Στη συνέχεια, το αίτημα υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω της ειδικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ, όπου συμπληρώνεται το προβλεπόμενο ερωτηματολόγιο.
Τι εξετάζει η ΑΑΔΕ
Η υποβολή του αιτήματος ενεργοποιεί ουσιαστικά έναν αναλυτικό έλεγχο της οικονομικής κατάστασης του φορολογουμένου. Η ΑΑΔΕ δεν περιορίζεται μόνο στα επαγγελματικά βιβλία, τα τιμολόγια και τα παραστατικά.
Στο μικροσκόπιο μπορούν να βρεθούν:
- προσωπικοί και επαγγελματικοί τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα και το εξωτερικό,
- μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και άλλες επενδύσεις,
- τραπεζικές θυρίδες,
- έργα τέχνης, συλλογές και αντικείμενα μεγάλης αξίας,
- αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, σκάφη και εναέρια μέσα,
- διαθέσιμα μετρητά στην αρχή και στο τέλος του φορολογικού έτους,
- κρυπτονομίσματα,
- λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης,
- σταθερή και κινητή τηλεφωνία,
- ασφάλιστρα οχημάτων, ζωής και ακινήτων,
- δίδακτρα σε σχολεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό,
- ταξίδια εντός και εκτός Ελλάδας.
Όπου προβλέπεται, ο έλεγχος μπορεί να αφορά και στοιχεία του ή της συζύγου ή του μέρους συμφώνου συμβίωσης, καθώς και των προστατευόμενων μελών.
Το κρίσιμο ερώτημα για τον φορολογούμενο
Ουσιαστικά, η ΑΑΔΕ καλείται να διαπιστώσει εάν η οικονομική εικόνα του φορολογουμένου συμβαδίζει με το εισόδημα που έχει δηλώσει.
Για παράδειγμα, εάν κάποιος δηλώνει ιδιαίτερα χαμηλό πραγματικό εισόδημα, αλλά την ίδια χρονιά εμφανίζει σημαντικές αγορές, επενδύσεις, ταξίδια, δίδακτρα ή άλλες υψηλές δαπάνες, θα πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει από πού προήλθαν τα χρήματα για την κάλυψή τους.
Το ίδιο ισχύει και για τις τραπεζικές κινήσεις ή μεταβολές στην περιουσιακή κατάσταση που ενδέχεται να μην δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα.
Η αμφισβήτηση μπορεί να φέρει και μεγαλύτερο φόρο
Εφόσον ο έλεγχος επιβεβαιώσει ότι το πραγματικό εισόδημα ήταν πράγματι χαμηλότερο από το τεκμαρτό, ο φορολογούμενος μπορεί να πετύχει μείωση του φόρου.
Υπάρχει όμως και το αντίστροφο ενδεχόμενο. Αν κατά τον έλεγχο εντοπιστούν αδήλωτα εισοδήματα, ποσά που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ή άλλες φορολογικές παραβάσεις, ο τελικός λογαριασμός μπορεί να είναι υψηλότερος, με πρόσθετους φόρους και τις προβλεπόμενες επιβαρύνσεις.
Γι’ αυτό και πριν από την υποβολή του αιτήματος αμφισβήτησης, οι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν πλήρη εικόνα των οικονομικών και περιουσιακών τους στοιχείων.




