Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε πρόσφατα, για πρώτη φορά, την εισαγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας από την Αίγυπτο, με την εφαρμογή της απόφασης να αναμένεται μέσα στο τρίτο τρίμηνο του 2026. Η συμφωνία αφορά κυρίως tilapia και άλλα είδη που παράγονται στις μεγάλες φάρμες του Δέλτα του Νείλου.
Για την αιγυπτιακή πλευρά πρόκειται για σημαντική εμπορική επιτυχία. Ωστόσο, για τους Ευρωπαίους καταναλωτές αλλά και για την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έντονο προβληματισμό.
Η Αίγυπτος παράγει περισσότερους από 1,8 εκατομμύρια τόνους ψαριών κάθε χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, πολλές μονάδες εκτροφής χρησιμοποιούν νερά από αποστραγγιστικά κανάλια που επιβαρύνονται με λύματα, αγροχημικά, βιομηχανικούς ρύπους και βαρέα μέταλλα.
Σύμφωνα με επιστημονικές αναφορές, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί αυξημένες συγκεντρώσεις τοξικών ουσιών, όπως υδράργυρος και πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH), οι οποίοι ενδέχεται να συσσωρεύονται στον οργανισμό μέσω μακροχρόνιας κατανάλωσης.
Παρότι δημιουργήθηκε σύστημα ελέγχου για υπολείμματα αντιβιοτικών, η συνολική εποπτεία του κλάδου εξακολουθεί να θεωρείται περιορισμένη, καθώς πολλές μικρές μονάδες λειτουργούν με ανεπαρκείς ελέγχους.
Η ΕΕ διαβεβαιώνει ότι θα εφαρμόζονται αυστηροί συνοριακοί έλεγχοι. Ωστόσο, υπάρχουν ανησυχίες για το κατά πόσο τα φθηνά εισαγόμενα προϊόντα θα μπορούν να ανταγωνιστούν ισότιμα τα ευρωπαϊκά και ελληνικά ψάρια σε όρους ποιότητας και ασφάλειας.
Οι καταναλωτές καλούνται να ελέγχουν προσεκτικά τις ετικέτες προέλευσης, να επιλέγουν πιστοποιημένα προϊόντα και να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ποιότητα και τη διαφάνεια των τροφίμων που καταναλώνουν.


