Μετά από μια περίοδο κλιμακούμενων απειλών και επιλεκτικών στρατιωτικών ενεργειών, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε άμεση επέμβαση στη Βενεζουέλα, καταλήγοντας στην απαγωγή του εν ενεργεία προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο. Η επίσημη αφήγηση παρουσίασε την επιχείρηση ως αναγκαστική πράξη «εθνικής ασφάλειας»: ο Μαδούρο και το καθεστώς του περιγράφηκαν ως κεντρικός κόμβος ενός τεράστιου δικτύου διακίνησης ναρκωτικών που απειλούσε τις ΗΠΑ, ενώ η απομάκρυνσή του προβλήθηκε ως βήμα «απελευθέρωσης» ενός λαού από αυταρχική διακυβέρνηση.
Ωστόσο, το σχήμα αυτής της δικαιολόγησης δεν είναι νέο. Στη μεταψυχροπολεμική Λατινική Αμερική, η ρητορική περί «δημοκρατίας» και «ναρκοπολέμου» χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως πλαίσιο για επεμβάσεις, ακόμη κι όταν τα πραγματικά κίνητρα δεν ταυτίζονταν με τις δηλωμένες αρχές. Το πιο χαρακτηριστικό προηγούμενο είναι η εισβολή στον Παναμά και η σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα. Τότε, όπως και τώρα, η Ουάσινγκτον ισχυρίστηκε ότι ενεργούσε για να αποκαταστήσει τη δημοκρατία και να προστατεύσει τους πολίτες της από έναν «ναρκο-τρομοκράτη». Παράλληλα, όμως, η στάση της απέναντι στην εκλογική νοθεία και τη διακίνηση ναρκωτικών αποδεικνύεται επιλεκτική, ανάλογα με το αν ο εκάστοτε ηγέτης εξυπηρετεί ή εμποδίζει αμερικανικά συμφέροντα.
Στην περίπτωση του Παναμά, η εκλογική απάτη καταγγέλθηκε όταν συνέφερε πολιτικά, ενώ σε προηγούμενες, εξίσου ή και πιο βίαιες περιπτώσεις είχε γίνει ανεκτή ή ακόμη και επικυρωθεί διπλωματικά. Παρόμοια, η επίκληση της καταπολέμησης των ναρκωτικών εμφανίζεται ασταθής: η Ουάσινγκτον έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με πρόσωπα και μηχανισμούς που συνδέονταν με το εμπόριο, ενώ επιδίωκε την τιμωρία άλλων για πράξεις που είχαν τελεστεί μέσα σε περιβάλλον προηγούμενης συνεργασίας ή ανοχής.
Το ίδιο μοτίβο αναδεικνύεται και στην Κολομβία, όπου ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» αξιοποιήθηκε για να στηριχθεί μια στρατιωτική στρατηγική απέναντι στους αντάρτες, παρότι η μεγαλύτερη και πιο συστηματική εμπλοκή στο εμπόριο αποδιδόταν σε δεξιούς παραστρατιωτικούς και σε δίκτυα που συνδέονταν με την κρατική και οικονομική εξουσία. Η ουσία, σε αυτή την οπτική, δεν ήταν η εξάλειψη των ναρκωτικών ως φαινομένου, αλλά η συντριβή δυνάμεων που αμφισβητούσαν τη δομή ιδιοκτησίας, τη διανομή πόρων και τη δυνατότητα ξένων εταιρειών να λειτουργούν ανεμπόδιστα.
Αυτό οδηγεί στον πυρήνα της ερμηνείας για τη Βενεζουέλα: ο κοινός παρονομαστής ανάμεσα σε διαφορετικούς «στόχους» της Ουάσινγκτον δεν είναι η ηθική αποστροφή προς την αυθαιρεσία ή το έγκλημα, αλλά η αντίσταση αυτών των δρώντων σε οικονομικές ρυθμίσεις που θεωρούνται συμβατές με την αμερικανική ισχύ. Όταν μια κυβέρνηση λειτουργεί «ανεξάρτητα» σε ζητήματα στρατηγικών πόρων, εμπορίου ή πρόσβασης σε αγορές, η σύγκρουση μεταφράζεται εύκολα σε αφήγημα περί απειλής, παρανομίας και ανάγκης «αποκατάστασης της τάξης».
Έτσι, η στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα παρουσιάζεται ως συνέχεια ενός παγιωμένου προτύπου: η χρήση ευέλικτων προσχημάτων —δημοκρατία, ναρκωτικά, ασφάλεια— για την άσκηση πίεσης ή την ανατροπή καθεστώτων που θεωρούνται εμπόδιο σε οικονομικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο «πόλεμος» δεν περιγράφεται ως σύγκρουση με τα ναρκωτικά ή με τη δικτατορία ως τέτοια, αλλά ως σύγκρουση με κάθε πολιτική επιλογή που απομακρύνει μια χώρα από την επιθυμητή τροχιά εξάρτησης και συμμόρφωσης.
Πηγή: VoiceNews.gr



