Σε μια κίνηση που αναδιατάσσει ριζικά τον ενεργειακό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών, η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε συμφωνία-ορόσημο με την TotalEnergies, η οποία προβλέπει την αποδέσμευση της εταιρείας από μεγάλα υπεράκτια αιολικά έργα στον Ατλαντικό, με αντάλλαγμα την ανακατεύθυνση επενδύσεων προς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στις ΗΠΑ!
Σύμφωνα με πληροφορίες από διεθνή μέσα και ενεργειακές πηγές, το ύψος της συμφωνίας προσεγγίζει το 1 δισεκατομμύριο δολάρια, με την αμερικανική κυβέρνηση να επιστρέφει ουσιαστικά τα ποσά που είχε ήδη καταβάλει η εταιρεία για μισθώσεις θαλάσσιων εκτάσεων, στο πλαίσιο πολιτικών της προηγούμενης διοίκησης με πληροφορίες από το Bloomberg με αναφορές σε ενεργειακά μέσα.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ουάσιγκτον για επαναπροσδιορισμό της ενεργειακής ασφάλειας, δίνοντας έμφαση σε πιο «σταθερές» και άμεσα αξιοποιήσιμες πηγές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο με αφορμή κυρίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, το ενεργειακό επιτελείο, υπό τον Υπουργό Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο επενδυτικό περιβάλλον, που, όπως υποστηρίζεται, θα μειώσει την αβεβαιότητα για τις εταιρείες και ενισχύει την εγχώρια παραγωγή. Η στροφή αυτή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις αποφάσεις μεγάλων ενεργειακών παικτών, με την TotalEnergies να «παγώνει» έργα λόγω πολιτικών εξελίξεων μετά την εκλογή Τραμπ.
Βεβαίως, η απόφαση δεν περνά χωρίς αντιδράσεις. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και think tanks προειδοποιούν για πιθανές αυξήσεις στο κόστος ενέργειας και καθυστερήσεις στη μετάβαση προς καθαρότερες μορφές παραγωγής, εκτιμώντας ότι η επιβράδυνση της αιολικής ανάπτυξης μπορεί να επιβαρύνει τους καταναλωτές μακροπρόθεσμα (Center for American Progress, 25/02/2026) .
Ωστόσο, στο στρατόπεδο της κυβέρνησης επικρατεί διαφορετική προσέγγιση: κύκλοι της Ουάσιγκτον τονίζουν ότι πρόκειται για «ρεαλιστική ενεργειακή πολιτική», η οποία αποσκοπεί στη μείωση του κόστους, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την αποφυγή επενδύσεων υψηλού ρίσκου σε έργα με τεχνικές και ρυθμιστικές αβεβαιότητες.
Πηγή: VoiceNews.gr




