Πώς οι γελοιογράφοι “πολέμησαν” τους Ιταλούς με το μολύβι τους
Όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες ήχησαν και ο ελληνικός στρατός όρμησε στην Ήπειρο, ένα άλλο μέτωπο άνοιξε ταυτόχρονα: εκείνο της σάτιρας. Έλληνες, Βρετανοί και αργότερα Αμερικανοί γελοιογράφοι έπιασαν τα πινέλα τους και εξαπέλυσαν την πιο ευφυή αντεπίθεση του πολέμου — τη γελοιοποίηση του αντιπάλου.
Με σκίτσα καυστικά, γεμάτα φαντασία και αυτοπεποίθηση, οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής κατάφεραν να ανεβάσουν το ηθικό του λαού, να κάνουν τον Μουσολίνι να μοιάζει μικρός και αστείος και να υπενθυμίσουν ότι το γέλιο είναι κι αυτό μια μορφή αντίστασης.
Η τέχνη που ύψωνε το φρόνημα
Οι γελοιογραφίες εκείνων των μηνών δεν ήταν απλώς διασκεδαστικές. Ήταν πολιτικό και ψυχολογικό όπλο. Ο Έλληνας στρατιώτης στα βουνά και ο πολίτης στις ουρές για τρόφιμα έβρισκαν παρηγοριά βλέποντας τον “Ντούτσε” να τρώει… ξύλο από ένα τσαρούχι.
Από τις πρώτες μέρες του πολέμου, ο Φωκίων Δημητριάδης, ο Νίκος Καστανάκης, ο Ανδρέας Βλασσόπουλος και άλλοι γελοιογράφοι γέμισαν τις εφημερίδες με εικόνες που ενσάρκωναν την ψυχή της Ελλάδας. Το τσαρούχι έγινε το σύμβολο του αγώνα — ένα εθνικό “σήμα V” με φούντα.
Ο Μουσολίνι παρουσιαζόταν άλλοτε ως κανταδόρος που τον πετάει έξω η “Ελλάδα”, άλλοτε ως γελοίος στρατηγός που δέχεται καταιγισμό από… παπούτσια. Σκίτσα με τίτλους όπως «Χαλάζι από τσαρούχια» ή «Ο Μεταξάς μοιράζει παξιμάδια στους Ιταλούς» έδιναν τον τόνο.

Η σάτιρα χωρίς λογοκρισία
Αξίζει να θυμηθούμε ότι πριν τον πόλεμο, επί Μεταξά, κάθε αναφορά σε ξένες δυνάμεις ήταν απαγορευμένη. Με την εισβολή, όλα άλλαξαν μέσα σε μια νύχτα. Οι γελοιογράφοι απελευθερώθηκαν. Η κυβέρνηση δεν τους υπαγόρευσε τι να σχεδιάσουν· το μόνο που απαγορευόταν ήταν η χυδαιότητα και η προσβολή της θρησκείας.
Η Παναγία έγινε η “μητέρα του μετώπου”. Εμφανιζόταν συχνά σε αφίσες και σκίτσα, προστατεύοντας τους Έλληνες στρατιώτες στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Όταν οι σύμμαχοι μπήκαν στο κάδρο
Με την άφιξη των Βρετανών, οι γελοιογραφίες άρχισαν να συνδυάζουν ελληνικά και αγγλικά μηνύματα. Σε ένα σκίτσο, το βρετανικό λιοντάρι λέει σε έναν εύζωνα: «Εσύ πρώτος!». Σε άλλο, Έλληνες και Άγγλοι σέρνουν τον Μουσολίνι δεμένο προς τιμωρία.
Ο Ανδρέας Βλασσόπουλος, πάντα δηκτικός, παρουσίασε τους Ιταλούς στρατηγούς σαν κουρασμένους συνταξιούχους που πίνουν καφέ και παίζουν χαρτιά. Ήταν μια γελοιογραφία-σχόλιο για την πλήρη αποτυχία του ιταλικού επιτελείου.
Από τα χαρτιά στις καρτ-ποστάλ
Η απήχηση των σκίτσων ήταν τεράστια. Κυκλοφορούσαν όχι μόνο στις εφημερίδες, αλλά και σε καρτ-ποστάλ που έστελναν οι στρατιώτες στα σπίτια τους. Πολλά έφτασαν ως τη Βρετανία και την Αμερική, όπου ξανατυπώθηκαν σε περιοδικά. Ακόμη και Ιταλοί αιχμάλωτοι λέγεται ότι τα κρατούσαν — ίσως γιατί το χιούμορ, ακόμη και το εχθρικό, έχει πάντα κάτι το αφοπλιστικό.
Το χιούμορ ως πράξη αντίστασης
Η σάτιρα της περιόδου 1940–41 δεν ήταν απλώς γέλιο μέσα στη δυστυχία. Ήταν ένα ηθικό ανάχωμα, μια μορφή πνευματικού αγώνα. Οι γελοιογράφοι εκείνης της εποχής δεν κρατούσαν όπλα· όμως με το μελάνι τους κατόρθωσαν να πολεμήσουν εξίσου σθεναρά.
Στον πόλεμο της Ελλάδας, το γέλιο δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν όπλο.
ο Ανταποκριτής
Πηγή: VoiceNews.gr
