Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, η ευαισθησία έρχεται πάντα με καθυστέρηση. Επί εβδομάδες ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας θύματος του εγκλήματος των Τεμπών, έδινε έναν άνισο αγώνα με την ίδια του τη ζωή, με απεργία πείνας μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Ο πρωθυπουργός δεν είπε λέξη. Ούτε ένα σχόλιο, ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε μια ανθρώπινη κίνηση. Και τώρα, που η διαμαρτυρία έληξε, «θυμήθηκε» να μιλήσει για τον Ρούτσι, μόνο και μόνο για να ξαναφέρει στην επικαιρότητα το δόγμα του «Νόμου και Τάξης».
Η κυριακάτικη ανασκόπησή του, αντί για σεβασμό και αυτοκριτική, ανέδυε την κυνική ψυχρότητα μιας κυβέρνησης που βλέπει παντού εχθρούς και αφορμές για περιορισμό των δικαιωμάτων. Ο Μητσοτάκης όχι μόνο δεν αναγνώρισε την ηθική διάσταση της διαμαρτυρίας ενός πατέρα που έχασε το παιδί του, αλλά επέλεξε να “νομοθετήσει” για τον χώρο όπου εκείνος στάθηκε, θέλοντας να μεταφέρει την αρμοδιότητα του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη στο Υπουργείο Άμυνας.
Και η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται αμέσως μετά την παρέμβαση Δένδια, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος του Ρούτσι, προκαλώντας αμηχανία στο Μαξίμου. Η «μεταφορά» του Μνημείου στο Άμυνας μοιάζει περισσότερο με πολιτική απάντηση και εσωτερική επίδειξη πυγμής, παρά με ουσιαστική ρύθμιση.
Ο Μητσοτάκης στην ανάρτησή του προσπαθεί να ντύσει την ενόχλησή του με θεσμικά επιχειρήματα:
«Μπορεί ένα ιστορικό μνημείο όπως του Αγνώστου Στρατιώτη να γίνεται πεδίο εκδηλώσεων άσχετων με την αποστολή του;» αναρωτήθηκε, απαντώντας βεβαίως ο ίδιος: «Η δική μου απάντηση είναι όχι».
Πίσω όμως από τη δήθεν «θεσμική ευαισθησία» του, διακρίνεται καθαρά η πολιτική σκοπιμότητα: να φιμώσει κάθε μορφή διαμαρτυρίας μπροστά στο σύμβολο της Δημοκρατίας, εκεί όπου ο λαός έχει μάθει να τιμά, να θρηνεί και να διεκδικεί.
Πηγή: VoiceNews.gr



