Μία από τις πιο εκτεταμένες γενετικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ για τη δυσλεξία φέρνει στο φως πάνω από δώδεκα νέες περιοχές του γονιδιώματος που φαίνεται να συνδέονται με την πάθηση.
Η έρευνα, υπό την καθοδήγηση της μοριακής γενετίστριας Χέιλι Μάουντφορντ από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, θεωρείται η μεγαλύτερη γενετική ανάλυση της δυσλεξίας έως σήμερα, επιβεβαιώνοντας τον καθοριστικό ρόλο των γονιδίων στην εμφάνισή της.
Η δυσλεξία, μια νευροαναπτυξιακή διαφοροποίηση που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τη γλώσσα, εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους: δυσκολίες στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία ή ακόμα και στην κατανόηση οδηγιών. Παράλληλα, όπως και άλλες μορφές νευροδιαφορετικότητας (π.χ. αυτισμός, ΔΕΠΥ), συχνά συνοδεύεται από πλεονεκτήματα, όπως υψηλή δημιουργικότητα και ικανότητα στη μη λεκτική σκέψη.
Προηγούμενες μελέτες σε δίδυμα είχαν ήδη δείξει τη γενετική βάση της δυσλεξίας. Η νέα έρευνα εντόπισε 80 γονιδιακές περιοχές που σχετίζονται με την πάθηση – εκ των οποίων οι 36 καταγράφονται για πρώτη φορά και οι 13 αναγνωρίζονται ως άμεσα συνδεδεμένες με τη δυσλεξία.
Αξιοσημείωτο είναι ότι πολλά από τα νέα γονίδια σχετίζονται με την πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου, ενώ ορισμένα φαίνεται να αλληλεπικαλύπτονται με γονιδιακούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στη ΔΕΠΥ, η οποία συχνά συνυπάρχει με τη δυσλεξία. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης ενδείξεις σύνδεσης της δυσλεξίας με χρόνιο πόνο, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή κοινή βιολογική βάση μεταξύ νευροαναπτυξιακών διαφοροποιήσεων και πόνου – αν και οι ακριβείς μηχανισμοί παραμένουν άγνωστοι.
Η μελέτη ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση της δυσλεξίας, αναδεικνύοντας ότι η πάθηση δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό ζήτημα, αλλά έχει βαθιές βιολογικές ρίζες.
Πηγή: VoiceNews.gr
