Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε αναρωτηθεί για το πώς βρέθηκαν οι πόροι χρηματοδότησης όλων αυτών των εξτρεμιστικών ισλαμικών οργανώσεων της τελευταίας 30ετίας.
Στις 4 Νοεμβρίου, ξεκίνησε στα ποινικά δικαστήρια η δίκη της Γαλλικής τσιμεντοβιομηχανίας Lafarge.
Είναι μια δίκη που θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ευθύνης στην παγκόσμια οικονομία διότι είναι η πρώτη φορά που μια εταιρεία ως νομικό πρόσωπο διώκεται στη Γαλλία για χρηματοδότηση τρομοκρατικής οργάνωσης.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι είναι η πρώτη υπόθεση όπου μια εταιρεία αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία για πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν μέσω μιας ξένης θυγατρικής.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ερώτημα που απασχολεί τις παγκόσμιες επιχειρήσεις εδώ και δεκαετίες: μπορεί μια πολυεθνική εταιρεία να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην αλυσίδα εφοδιασμού της ή από τις θυγατρικές της, όταν τα κέρδη συνεχίζουν να ρέουν;
Η δίκη, που αναμένεται να διαρκέσει έως τις 16 Δεκεμβρίου, αφορά την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο και οκτώ άτομα, μεταξύ των οποίων πρώην στελέχη και μεσάζοντες που κατηγορούνται για συναλλαγές με ένοπλες ομάδες στη Συρία μεταξύ 2012 και 2014.
Μέχρι τώρα , η τσιμεντοβιομηχανία είχε προηγουμένως παραδεχτεί, μετά από εσωτερική έρευνα, ότι η συριακή θυγατρική της πλήρωσε ένοπλες ομάδες για να προστατεύσουν το προσωπικό του εργοστασίου εν μέσω του εμφυλίου πολέμου που ταράζει τη χώρα εδώ και χρόνια.
Οι αμερικανοί εισαγγελείς δήλωσαν ότι η Lafarge, μέσω μεσαζόντων, πλήρωσε στο Ισλαμικό Κράτος και στο Μέτωπο al Nusra (στο μέτωπο που δήλωσε ότι ήταν εμίρης ο Αλ Τζολάνι) το ποσό των 5,92 εκατομμυρίων δολαρίων περίπου μεταξύ 2013 και 2014, προκειμένου να επιτρέψει στους υπαλλήλους, τους πελάτες και τους προμηθευτές της να περάσουν από τα σημεία ελέγχου μετά την έκρηξη της εμφύλιας σύρραξης στη Συρία.
Ωστόσο, σε μια σφοδρή νομική μάχη, στην οποία συμμετείχαν δεκάδες δικηγόροι και χιλιάδες σελίδες εγγράφων, η Lafarge αρνείται ορισμένες από τις κατηγορίες που εξετάζουν οι γαλλικές εισαγγελικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας ότι ήταν συνένοχη σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν από ισλαμιστικές ομάδες.
Η εταιρεία είχε υποστηρίξει ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν επίσημη δικαιοδοσία για τη δίωξη κατηγοριών για συμμετοχή σε εγκλήματα πολέμου στο εξωτερικό, κάτι που το δικαστήριο απέρριψε.
Ωστόσο, η εταιρεία αμφισβήτησε επίσης ότι θα μπορούσε να είναι ένοχη για τη διακινδύνευση της ζωής του τοπικού προσωπικού της, διατηρώντας τους υπαλλήλους στις θέσεις τους εν μέσω μιας επιδεινούμενης κατάστασης ασφάλειας.
Οι εκτιμήσεις πάντως προβλέπουν ότι θα είναι μια πολύ σκληρή νομική διαμάχη από την οποία όπως υποστηρίζοι νομικοί κύκλοι πιθανώς θα βγουν σοκαριστικά στοιχεία για τη χρηματοδότηση των ισλαμικών οργανώσεων,
Πηγή: Le Monde & Financial Times



