Η Βόρεια Ελλάδα μετατρέπεται τα τελευταία χρόνια σε μια ιδιότυπη «Ελντοράντο» για Βούλγαρους επενδυτές, οι οποίοι αγοράζουν μαζικά κατοικίες, οικόπεδα και τουριστικά ακίνητα, αλλάζοντας ριζικά τη φυσιογνωμία της κτηματαγοράς και συμβάλλοντας, σύμφωνα με στελέχη του χώρου, στη διόγκωση της στεγαστικής κρίσης για τους Έλληνες πολίτες.
Από τη Χαλκιδική και την Καβάλα μέχρι τη Θεσσαλονίκη, τη Θάσο και την Αλεξανδρούπολη, καταγράφεται τα τελευταία τρία χρόνια πραγματική «έκρηξη» βαλκανικών επενδύσεων, κυρίως από Βούλγαρους, αλλά και από Ρουμάνους ή Τούρκους αγοραστές.
Το φαινόμενο έχει λάβει διαστάσεις, καθώς βουλγαρικές τράπεζες χρηματοδοτούν πολίτες τους για την αγορά ελληνικών ακινήτων, τα οποία στη συνέχεια μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα τύπου Airbnb. Τα κέρδη, ωστόσο, δεν μένουν στη χώρα, αφού οι εισπράξεις μεταφέρονται σε λογαριασμούς του εξωτερικού, ενώ τα ενοίκια ανεβαίνουν και οι διαθέσιμες κατοικίες για μόνιμη στέγαση μειώνονται. Παράγοντες του τουρισμού κάνουν λόγο για δραστηριότητα που κινείται σε «γκρίζα ζώνη», χωρίς σαφή φορολογικό ή ελεγκτικό πλαίσιο.
Από την 1η Οκτωβρίου τέθηκε σε ισχύ το νέο πλαίσιο λειτουργίας για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, με την υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη να δηλώνει ότι θα ενισχυθούν οι έλεγχοι από το Υπουργείο και την ΑΑΔΕ, με νέες προσλήψεις και μεικτά κλιμάκια. Παρά τα σχέδια αυτά, οι διαδικασίες του Δημοσίου παραμένουν αργές και η διαρροή εσόδων στο εξωτερικό συνεχίζεται ανεξέλεγκτα. Το ερώτημα που πλανάται είναι πώς θα γίνει ουσιαστικά ο έλεγχος αυτών των καταλυμάτων που λειτουργούν εκτός ελληνικού φορολογικού ραντάρ.
Μόνο την τελευταία πενταετία, οι επενδύσεις Βουλγάρων σε ελληνικά ακίνητα ξεπερνούν τα 127 εκατομμύρια ευρώ. Η τουριστική δυναμική της Βόρειας Ελλάδας λειτουργεί ως μαγνήτης, καθώς πολλοί Βούλγαροι βλέπουν την αγορά ακινήτου όχι ως οικογενειακή επένδυση, αλλά ως επαγγελματική δραστηριότητα που αποφέρει σταθερά εισοδήματα.
Η ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη Σένγκεν από την 1η Ιανουαρίου 2025 διευκολύνει περαιτέρω τις μετακινήσεις και τις συναλλαγές, ενισχύοντας τη ροή κεφαλαίων προς την ελληνική αγορά. Οι μεγάλες διαφορές σε τιμές και φορολογία παίζουν καθοριστικό ρόλο, αφού τα ακίνητα στη Σόφια και σε άλλα βουλγαρικά αστικά κέντρα έχουν εκτιναχθεί, ενώ σε περιοχές όπως η Καβάλα οι τιμές παραμένουν προσιτές, από 2.000 έως 3.500 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.
Η Χαλκιδική αποτελεί την αιχμή του δόρατος αυτής της «επενδυτικής επέλασης». Ενδεικτικά, Βούλγαρος επιχειρηματίας απέκτησε πρόσφατα τη βίλα της Βέφας Αλεξιάδου έναντι 2,2 εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με τον Σύλλογο Μεσιτών Χαλκιδικής, το 2024 πραγματοποιήθηκαν πάνω από 1.800 αγοραπωλησίες, κυρίως για κατοικίες αξίας έως 150.000 ευρώ, με τους ξένους αγοραστές να ενισχύουν σταθερά τη ζήτηση.
Τα περισσότερα ακίνητα που αλλάζουν χέρια είναι μεταχειρισμένα ηλικίας 11 έως 20 ετών, ενώ ιδιαίτερη κινητικότητα παρατηρείται σε περιοχές όπως η Κασσάνδρα, η Σιθωνία και ο Πολύγυρος, όπου η οικοδομική δραστηριότητα θυμίζει τις εποχές πριν την κρίση. Οι μεσίτες μιλούν ανοιχτά για «επέλαση» Βαλκάνιων επενδυτών, που πιέζει προς τα πάνω τις τιμές και περιορίζει τη διαθεσιμότητα για τους Έλληνες αγοραστές.
Ανάλογη εικόνα επικρατεί και στην Καβάλα, όπου ο συνδυασμός παραθαλάσσιου περιβάλλοντος και χαμηλότερων τιμών προσελκύει ξένα κεφάλαια. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και περιοχές όπως η Ασπροβάλτα, χάρη στην εύκολη πρόσβαση και την ήπια τουριστική δραστηριότητα. Αυξανόμενο ενδιαφέρον καταγράφεται και στη Θράκη, με επίκεντρο την Αλεξανδρούπολη και την Κομοτηνή, οι οποίες θεωρούνται στρατηγικής σημασίας λόγω του λιμανιού και των ενεργειακών προοπτικών.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διττή, για τους Βούλγαρους πρόκειται για ευκαιρία επένδυσης, για τους Έλληνες όμως, ιδίως τους νέους και τα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος, πρόκειται για έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα της στεγαστικής ασφυξίας. Το ερώτημα είναι αν η πολιτεία θα περιοριστεί στους ελέγχους «στα χαρτιά» ή αν θα τολμήσει να βάλει φρένο στη μετατροπή της Βόρειας Ελλάδας σε αγορά προς ενοικίαση από το εξωτερικό.
Πηγή: VoiceNews.gr




