Η αυξανόμενη τουρκική δραστηριότητα στο Κέρας της Αφρικής και ειδικά στη Σομαλία δεν αποτελεί μια αποσπασματική κίνηση εξωτερικής πολιτικής, αλλά μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού της Άγκυρας. Η πρόσφατη συμφωνία Τουρκίας–Σομαλίας για έρευνες και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων εντάσσεται στη λογική της τουρκικής προβολής ισχύος σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα, με έμφαση στον έλεγχο ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει ένα ερώτημα που αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Υπάρχει τρόπος να ανακοπεί αυτή η διείσδυση χωρίς ρήξη με το διεθνές δίκαιο και χωρίς να δημιουργηθούν επικίνδυνα προηγούμενα;
Η απάντηση ενδεχομένως βρίσκεται στη Σομαλιλάνδη. Μια περιοχή που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως de facto κράτος, με σταθερούς θεσμούς και σχετική ασφάλεια, αλλά χωρίς διεθνή αναγνώριση. Σε αντίθεση με τη Σομαλία, η οποία παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα failed state, η Σομαλιλάνδη έχει καταφέρει να διατηρήσει εσωτερική συνοχή, να ελέγχει το έδαφός της και να βρίσκεται εκτός του χάους που μαστίζει το υπόλοιπο Κέρας της Αφρικής.

Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι η πολιτειακή της υπόσταση, αλλά η γεωγραφία. Η Σομαλιλάνδη βρίσκεται ακριβώς πάνω στον Κόλπο του Άντεν, σε ένα από τα σημαντικότερα choke points του παγκόσμιου εμπορίου. Από εκεί διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος της ναυτιλιακής κίνησης που συνδέει την Ευρώπη με την Ασία μέσω Σουέζ. Πρόκειται για έναν διάδρομο ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία και, κυρίως, για την ελληνική ναυτιλία, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη παγκοσμίως.
Την ίδια στιγμή, η περιοχή απειλείται από ένα σύνθετο πλέγμα κινδύνων. Πειρατεία, τρομοκρατικά δίκτυα, αλλά και η δράση των Χούθι, που έχουν ήδη καταστήσει την Ερυθρά Θάλασσα ζώνη αυξημένου ρίσκου. Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει το πρόβλημα, ωστόσο η στρατιωτική παρουσία συγκεντρώνεται κυρίως στη Σομαλία και στο Τζιμπουτί, όπου διατηρούν βάσεις σχεδόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις. Η Σομαλιλάνδη παραμένει εκτός αυτού του πλαισίου, παρότι ελέγχει κομβικά λιμάνια και ακτογραμμή.
Σε αυτό ακριβώς το κενό θα μπορούσε να κινηθεί η Ελλάδα. Όχι μέσω αναγνώρισης της Σομαλιλάνδης ως ανεξάρτητου κράτους, κάτι που θα άνοιγε επικίνδυνες συζητήσεις και θα έδινε επιχειρήματα στην Τουρκία στο Κυπριακό, αλλά μέσω ενός διαφορετικού αφηγήματος, της προστασίας της διεθνούς ναυσιπλοΐας και της ασφάλειας των αμάχων σε μια περιοχή όπου το κεντρικό κράτος έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα ήταν πρωτοφανής. Η Δύση έχει επανειλημμένα συνεργαστεί με de facto αρχές σε περιοχές χωρίς πλήρη κρατική υπόσταση, όταν το διακύβευμα ήταν η ασφάλεια. Η Ελλάδα, ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αποστολές θαλάσσιας επιτήρησης, εκπαίδευσης ακτοφυλακής και λιμενικής ασφάλειας, ακόμη και δημιουργία στρατιωτικής βάσης.
Σε ιστορικό επίπεδο, η ελληνική παρουσία στην περιοχή δεν είναι συγκυριακή ούτε περιορίζεται σε ρητορικές αναφορές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ελλάδα συμμετείχε ενεργά στις διεθνείς ειρηνευτικές και ανθρωπιστικές αποστολές στη Σομαλία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, συμβάλλοντας τόσο με στρατιωτικό προσωπικό όσο και με υγειονομικές και τεχνικές μονάδες, ενώ ανέλαβε και δράσεις υποστήριξης βασικών υποδομών. Η εμπλοκή αυτή είχε και ανθρώπινο κόστος, με έναν νεκρό από την ελληνική πλευρά.


Με αυτόν τον τρόπο, η Αθήνα θα εμφανιζόταν όχι ως αναθεωρητικός παίκτης, αλλά ως θεσμικός εγγυητής της σταθερότητας. Θα ενίσχυε τη δυτική παρουσία και την Ελληνική επιρροή σε μια κρίσιμη περιοχή, θα προστάτευε τα συμφέροντα της ελληνόκτητης ναυτιλίας και, ταυτόχρονα, θα περιόριζε την τουρκική επιρροή χωρίς άμεση σύγκρουση. Η Άγκυρα θα παρέμενε εκτεθειμένη ως δύναμη που δρα μονομερώς και με καθαρά γεωοικονομικά κίνητρα, ενώ η Ελλάδα θα κινούνταν εντός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου. Σε μια περίοδο όπου η Τουρκία διευρύνει διαρκώς το γεωπολιτικό της αποτύπωμα από τη Λιβύη έως το Κέρας της Αφρικής, η αδράνεια δεν αποτελεί ουδέτερη επιλογή.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική εμπλοκή στην ευρύτερη περιοχή δεν συνιστά επιλογή υψηλού ρίσκου αλλά αναγκαία στρατηγική επένδυση, η οποία εξυπηρετεί ταυτόχρονα οικονομικά, γεωπολιτικά και θεσμικά συμφέροντα. Η ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων, η προστασία της ελληνικής ναυτιλίας, η ενίσχυση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας και η ενεργή συμμετοχή στη συλλογική αρχιτεκτονική ασφάλειας συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα. Η απουσία θα είχε μεγαλύτερο κόστος από την παρουσία. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας και συνεχής διπλωματικής πίεσης από την Τουρκία, η Ελλάδα καλείται όχι απλώς να αντιδρά, αλλά να διαμορφώνει ρόλο, με τρόπο που να αντανακλά το πραγματικό της βάρος και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της.
Γράφει ο Σαλαμινομάχος
Πηγή: VoiceNews.gr



