Την ώρα που τα σχολεία παλεύουν με χιλιάδες κενά, οι νέοι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να επιβιώσουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και τα νοσοκομεία της περιφέρειας αναζητούν απεγνωσμένα γιατρούς, η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει τον δρόμο για γενναίες αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Η πρόβλεψη του νέου πολυνομοσχεδίου για αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν το 95% προκαλεί έντονες αντιδράσεις και επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιες είναι τελικά οι πραγματικές προτεραιότητες της πολιτείας;
Η συζήτηση δεν αφορά το αν οι ιεράρχες δικαιούνται αξιοπρεπείς αποδοχές. Αφορά το γιατί η κυβέρνηση βρίσκει δημοσιονομικό χώρο για συγκεκριμένες κατηγορίες λειτουργών, την ίδια στιγμή που οι εκπαιδευτικοί εξακολουθούν να αμείβονται με μισθούς που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και το κόστος στέγασης σε πολλές περιοχές της χώρας.
Οι πολίτες που συμμετείχαν σε έρευνα κοινής γνώμης έστειλαν σαφές μήνυμα. Πριν από οποιαδήποτε αύξηση στην κορυφή της εκκλησιαστικής πυραμίδας, ζητούν ουσιαστική στήριξη της δημόσιας Υγείας και της δημόσιας Παιδείας.
«Πρώτα γιατροί και δάσκαλοι» είναι η φράση που επαναλαμβάνεται περισσότερο. Και δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Σε νησιά και ορεινές περιοχές παραμένουν κενές θέσεις εκπαιδευτικών και γιατρών, ενώ χιλιάδες δημόσιοι λειτουργοί βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος επειδή έρχεται σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επικαλείται διαρκώς δημοσιονομικούς περιορισμούς όταν τίθενται αιτήματα για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων του Δημοσίου.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Διότι κάθε προϋπολογισμός αποτυπώνει προτεραιότητες. Και η κοινωνία φαίνεται να αναρωτιέται αν οι προτεραιότητες αυτές ανταποκρίνονται πραγματικά στις ανάγκες της χώρας.




