Από την 1η Ιανουαρίου τέθηκε σε ισχύ το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο στο Δημόσιο, με βάση τον νόμο 5225/25, που προωθήθηκε από τον υπουργό Εσωτερικών Θοδωρή Λιβάνιο και την υφυπουργό Βιβή Χαραλαμπογιάννη. Το πλαίσιο αυστηροποιεί τις ποινές, διευρύνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και επεκτείνει τις περιπτώσεις οριστικής παύσης της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου. Η κυβέρνηση, στην πράξη κάνει επέκταση της πειθαρχικής εξουσίας πάνω σε υπαλλήλους που ήδη εργάζονται σε περιβάλλον χαμηλών αποδοχών και πίεσης.
Το πιο καθαρό μήνυμα είναι η στοχοποίηση της αξιολόγησης ως μηχανισμού καταναγκασμού. Η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση, είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, τιμωρείται με πρόστιμο ίσο με δύο μήνες αποδοχών, ενώ η άρνηση για δύο συνεχόμενες περιόδους μπορεί να οδηγήσει στην οριστική παύση. Ένα πλαίσιο ποινικοποίησης μιας διοικητικής διαδικασίας με την απειλή της απόλυσης.
Την ίδια ώρα, στο ίδιο πλαίσιο προστίθενται νέα παραπτώματα όπως η παράλειψη της δήλωσης του κωλύματος του συμφέροντος, της βία και της παρενόχλησης στην εργασία, καθυστέρηση στην έκδοση διαπιστωτικών πράξεων και τις ασυμβίβαστες δραστηριότητες.
Η κυβέρνηση ανοίγει τον κατάλογο των παραπτωμάτων, αλλά δεν παρουσιάζει ισότιμα μέτρα πρόληψης, εσωτερικού ελέγχου και πραγματικής διοικητικής υποστήριξης.
Οι ποινές γίνονται πιο βαριές και πιο “διαχειριστικές”.
Προστίθενται η στέρηση του μισθολογικού κλιμακίου από ένα έως πέντε έτη, η αφαίρεση έως τεσσάρων μισθολογικών κλιμακίων και η απαγόρευση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου για ένα έως πέντε έτη. Αυξάνεται και η άμεση ισχύς των πειθαρχικών οργάνων, αφού το ανώτατο όριο προστίμου που μπορεί να επιβάλει υπουργός ανεβαίνει από τρεις σε πέντε μήνες αποδοχών. Αυτή είναι ενίσχυση κάθετης εξουσίας. Δεν είναι εγγύηση αξιοκρατίας από μόνη της, ειδικά όταν η διοίκηση στην Ελλάδα έχει ιστορικό κομματικών παρεμβάσεων και πελατειακών εξαρτήσεων.
Η πιο αποκαλυπτική αντίφαση είναι οικονομική και κοινωνική.
Στο ίδιο πακέτο ειδήσεων αναφέρεται ότι, σύμφωνα με στοιχεία Eurostat, οι μισθοί των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων βρίσκονται στην τελευταία θέση της Ευρώπης. Η κυβέρνηση επιλέγει την αυστηροποίηση των ποινών αντί για την αποκατάσταση των αμοιβών, στελέχωση υπηρεσιών, πραγματική αξιολόγηση με αντικειμενικά εργαλεία και εκπαίδευση. Όταν οι αποδοχές είναι χαμηλές και οι υπηρεσίες υποστελεχωμένες, η πολιτική “μαστίγιο και πρόστιμα” παράγει φόβο, σιωπή και εσωτερική άμυνα, όχι απόδοση.
Τέλος, εισάγεται για πρώτη φορά η λεγόμενη “πειθαρχική συνδιαλλαγή”, δηλαδή η δυνατότητα ευνοϊκότερης ποινής υπό προϋποθέσεις, όταν δεν προβλέπεται οριστική παύση και δεν υπάρχει οικονομική ζημία ή έχει αποκατασταθεί πλήρως. Χωρίς ισχυρές εγγυήσεις και δημόσια λογοδοσία, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο επιλεκτικής μεταχείρισης.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι παλαιότερα οι αποφάσεις καθυστερούσαν έως και πέντε έτη και τώρα επιδιώκει την επιτάχυνση τους. Η επιτάχυνση είναι θεμιτή μόνο όταν συνοδεύεται από ανεξαρτησία, πλήρη αιτιολογία, διαφάνεια και ίση εφαρμογή. Διαφορετικά είναι απλώς γρήγορη επιβολή της εκάστοτε πολιτικής βούλησης.
Η κυβέρνηση χτίζει κράτος τιμωρητικό και κάθετο, χωρίς να θεραπεύει τις βασικές παθογένειες που η ίδια συντηρεί. Πατριωτική διοίκηση σημαίνει κράτος που σέβεται τον πολίτη και τον υπάλληλο, που πληρώνει αξιοπρεπώς, που ελέγχει με κανόνες και όχι με αυθαιρεσία, που προστατεύει τη νομιμότητα χωρίς να μετατρέπει την αξιολόγηση σε μηχανισμό ποινών και απολύσεων.
Πηγή: VoiceNews.gr




