Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ασφαλιστική κάλυψη παύει ουσιαστικά να ισχύει, μεταφέροντας όλο το οικονομικό βάρος στον ίδιο τον οδηγό. Όταν η κατανάλωση αλκοόλ ξεπερνά τα νόμιμα όρια, δεν επιβάλλονται μόνο διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, αλλά ενεργοποιούνται και σοβαρές ασφαλιστικές συνέπειες.
Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, ο έλεγχος αλκοόλ από την Τροχαία είναι δεδομένος, ενώ αντίστοιχες εξετάσεις πραγματοποιούνται και σε νοσοκομειακό περιβάλλον εφόσον υπάρχουν τραυματισμοί. Αν διαπιστωθεί ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να καταβάλει αρχικά τις αποζημιώσεις προς τρίτους, ωστόσο στη συνέχεια έχει το δικαίωμα να αναζητήσει το σύνολο των χρημάτων από τον ασφαλισμένο της.
Αυτό σημαίνει ότι ο υπαίτιος οδηγός μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με απαιτήσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ, ειδικά αν υπάρχουν σωματικές βλάβες. Παράλληλα, σε ανάλογες περιπτώσεις δεν ενεργοποιείται ούτε η ιδιωτική ασφάλιση Υγείας, καθώς τα έξοδα νοσηλείας ή ιατρικών πράξεων δεν καλύπτονται όταν ο ασφαλισμένος έχει υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο αλκοόλ.
Συμπερασματικά, η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί ως δίχτυ προστασίας μόνο όταν ο ασφαλισμένος τηρεί τις νόμιμες και φυσιολογικές συνθήκες. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ακυρώνει στην πράξη αυτή την προστασία, εκθέτοντας τον οδηγό σε σοβαρούς οικονομικούς και νομικούς κινδύνους.
Πηγή: VoiceNews.gr




