Χιλιάδες εφάπαξ στο Δημόσιο μένουν «κολλημένα» για φορολογικές οφειλές ακόμη και 50 ευρώ, την ώρα που οι συνταξιούχοι περιμένουν μήνες ή χρόνια για τα χρήματα που έχουν ήδη πληρώσει σε εισφορές. Για να λάβουν το εφάπαξ τους, υποχρεώνονται πρώτα να ρυθμίσουν ή να εξοφλήσουν χρέη, χωρίς καν να προβλέπεται συμψηφισμός με την ίδια την παροχή.
Σήμερα, για να καταβληθεί το εφάπαξ στους συνταξιούχους & δικαιούχους του Δημοσίου, είναι υποχρεωτική η προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας.
Ακόμη και για μικρές εκκρεμότητες προς την Εφορία, ποσά της τάξης των 50 ευρώ, αρκούν για να μπλοκάρουν ολόκληρη την παροχή. Το πιο οξύμωρο είναι ότι πολλοί δικαιούχοι δεν γνωρίζουν καν πως μια τέτοια οφειλή λειτουργεί ως φραγή, με αποτέλεσμα να περιμένουν μάταια για μεγάλα χρονικά διαστήματα την καταβολή του εφάπαξ που δεν έρχεται ποτέ. Για να ξεμπλοκάρουν τα χρήματα, οι συνταξιούχοι πρέπει είτε να μπουν σε ρύθμιση είτε να εξοφλήσουν την οφειλή μετρητοίς, καθώς ο νόμος δεν επιτρέπει τον συμψηφισμό σύνταξης ή εφάπαξ με χρέη προς το Δημόσιο.
Τυπικά, το εφάπαξ θεωρείται παροχή χωρίς κρατήσεις και καταβάλλεται στο ακέραιο. Στην πράξη όμως, ενεργοποιούνται διατάξεις που επιτρέπουν παρακράτηση όταν υπάρχουν οφειλές στην Εφορία μέχρι και στο 50% της παροχής, όταν υπάρχουν δάνεια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σύμφωνα με τη σύμβαση του δανείου, καθώς και όταν υπάρχουν εκκρεμείς εισφορές προς τον e ΕΦΚΑ. Την ίδια στιγμή, ο Νόμος 4921/ 2022 έχει θεσπίσει προθεσμία τριών μηνών για την έκδοση επικουρικής σύνταξης από την έκδοση της κύριας και έξι μηνών για την χορήγηση του εφάπαξ από την υποβολή της αίτησης, ενώ ο ΕΦΚΑ για το 2025 προβλέπει την πληρωμή 37.500 εφάπαξ με προϋπολογισμό 745 εκατομμύρια ευρώ.
Τι αξία έχουν οι προθεσμίες και τα νούμερα όταν η γραφειοκρατία, οι οφειλές και τα κενά του νόμου αφήνουν το δικαιούχο χωρίς πρόσβαση στα δικά του χρήματα;
Παράλληλα, οι ίδιοι οι συνταξιούχοι βλέπουν τα ποσά του εφάπαξ τους μειωμένα έως και 22,3% λόγω του νόμου Κατρούγκαλου του 2016, ο οποίος, με ένα σύνολο 22 περικοπών, καθιέρωσε τον κανόνα ότι για τα ίδια έτη ασφάλισης το εφάπαξ βαίνει μειούμενο για όσους αποχωρούν από 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. Για να καλυφθούν οι απώλειες, οι ασφαλισμένοι θα πρέπει να παραμένουν στην εργασία περισσότερα χρόνια, την ώρα που οι ανάγκες υγείας, οικογένειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης αυξάνονται. Η αλλαγή που επέβαλε ο Νόμος 4387 του 2016 εισήγαγε διπλό σύστημα υπολογισμού, με το πρώτο τμήμα να αντιστοιχεί στα έτη ασφάλισης έως το 2013 και να υπολογίζεται με το 60% του μέσου όρου αποδοχών της πενταετίας 2009-2013, και το δεύτερο να αφορά τα έτη ασφάλισης από το 2014 μέχρι τη συνταξιοδότηση, ισοδυναμώντας με την επιστροφή των εισφορών που καταβάλλονται μετά το 2024.
Το σύστημα αυτό ευνοεί τους παλαιότερους ασφαλισμένους που βρίσκονται πιο κοντά στην «καλή» πενταετία 2009-2013, ενώ όσοι βγαίνουν στη σύνταξη με βάση το νέο καθεστώς βλέπουν τις παροχές τους να υπολείπονται σημαντικά σε σχέση με τα εφάπαξ πριν από το 2016, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις που καταγράφονται σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ.
Έτσι, δημιουργείται μια γενιά συνταξιούχων που έχει πληρώσει υψηλές εισφορές, υπόσχεται προγραμματισμό ζωής στηριγμένο στο εφάπαξ και τελικά βρίσκεται αντιμέτωπη με μειωμένα ποσά, μπλοκαρίσματα πληρωμών λόγω μικροοφειλών και ένα πλέγμα νόμων που κάνει την πρόσβαση σε μια κεκτημένη παροχή υπόθεση αντοχής και όχι δικαίου.
Πηγή: VoiceNews.gr




