Σοβαρά και καίρια ερωτήματα εγείρονται για την εθνική ασφάλεια της χώρας μετά το χθεσινό απίστευτο περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, όπου Τούρκοι υπήκοοι άνοιξαν πυρ κατά πρακτόρων της ΕΥΠ σε βενζινάδικο της Θέρμης.
Η ελληνική αστυνομία προχώρησε σε έξι συλλήψεις – πέντε στη Θεσσαλονίκη και μία στην Κομοτηνή – με όλους τους κατηγορούμενους να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Παρά την προφανή σοβαρότητα, η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει πειστικές απαντήσεις για το εύρος της υπόθεσης και τις πιθανές γεωπολιτικές της διαστάσεις, ακολουθώντας τη γνωστή συνταγή της σιωπής και του κατευνασμού.
Η υπόθεση δεν είναι ένα απλό μεμονωμένο περιστατικό. Ο απόστρατος αντιστράτηγος και αμυντικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης συνδέει ξεκάθαρα τα γεγονότα με το περίφημο σκάνδαλο «Σουσουρλούκ» του 1996, το οποίο αποκάλυψε τις σκοτεινές πτυχές του τουρκικού βαθέος κράτους και τις εγκληματικές συμμαχίες της ΜΙΤ με παρακρατικές οργανώσεις όπως οι Γκρίζοι Λύκοι. Το θωρακισμένο όχημα που είχε συντριβεί πριν σχεδόν 30 χρόνια, μεταφέροντας ανθρώπους της τουρκικής παρακρατικής μαφίας και υπηρεσιών, είναι η ζοφερή υπενθύμιση ότι η τουρκική πλευρά δεν έχει αποκοπεί από τις πρακτικές βίας και παρακρατικής επιρροής.
Τα ονόματα των εμπλεκομένων στο «Σουσουρλούκ» δεν είναι απλά ιστορία. Από τον Χουσεΐν Κοτσαντάγκ, υποδιευθυντή Ασφαλείας στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι τον Αμπντουλάχ Τσατλί, μέλος των Γκρίζων Λύκων και συνεργάτη της ΜΙΤ, αποκαλύπτονται σχέσεις που φέρνουν στο φως το βαθύ παρακράτος και την αδιανόητη ατιμωρησία που το διαχρονικά καλύπτει. Και παρά το πλήθος αποκαλύψεων, οι παρακρατικοί μηχανισμοί συνέχισαν ανεμπόδιστοι τη δράση τους, ακόμα και σε ελληνικό έδαφος.
Η κυβέρνηση, όμως, αντί να αντιμετωπίσει το ζήτημα με τη δέουσα σοβαρότητα, επιλέγει τη σιωπή και τη διπλωματική «αυτοσυγκράτηση», αδιαφορώντας για τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει το περιστατικό. Η παραδοχή από τον πρώην Τούρκο πρωθυπουργό Μεσούτ Γιλμάζ για τη δράση τουρκικής μαφίας πίσω από εμπρησμούς ελληνικών νησιών τη δεκαετία του ’90, υπογραμμίζει πως το ζήτημα δεν είναι καθόλου νέο – αλλά παραμένει οξύτατο και ανεπίλυτο.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να «αγνοεί» την παρουσία και δράση ξένων παρακρατικών δικτύων στο έδαφός της, πόσο μάλλον όταν αυτά έχουν άμεση σύνδεση με κράτος και μυστικές υπηρεσίες ξένης χώρας. Το κράτος οφείλει να ενισχύσει άμεσα τη συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφαλείας και να αποκαλύψει το πλήρες εύρος της υπόθεσης, αντί να κρύβεται πίσω από διπλωματικές φραστικές ισορροπίες και επικοινωνιακά παιχνίδια.
Η υπόθεση της Θεσσαλονίκης είναι καμπανάκι για την εθνική ασφάλεια: δεν αφορά μόνο παρακρατικές ομάδες ή οργανωμένο έγκλημα, αλλά την ίδια την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία της χώρας. Η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει ξεκάθαρα αν πρόκειται για ένα μεμονωμένο επεισόδιο ή μέρος ευρύτερης στρατηγικής επιρροής και προβοκάτσιας από την Άγκυρα. Όσο οι απαντήσεις καθυστερούν, τόσο ο κίνδυνος για τη χώρα μεγαλώνει.
Η Ελλάδα πρέπει να προτάξει την επαγρύπνηση και την αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε μορφή ξένης παρέμβασης – και όχι να συνεχίσει να καλύπτει ή να υποβαθμίζει περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική της ασφάλεια.
Πηγή: VoiceNews.gr



