Σοβαρά ερωτήματα προκαλεί η συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας για την επιστροφή 48 ιστορικών κειμηλίων στην χώρα μας και την παράδοση στη Σόφια των λειψάνων που έχουν ταυτοποιηθεί ως εκείνα του Τσάρου Σαμουήλ. Η επιστροφή ελληνικών εκκλησιαστικών θησαυρών έπειτα από περισσότερο από έναν αιώνα αποτελεί ασφαλώς σημαντική εξέλιξη. Ωστόσο, η απουσία προηγούμενης ενημέρωσης, σύμφωνα με καταγγελίες εκκλησιαστικών φορέων, το περιορισμένο εύρος της πρώτης επιστροφής και η έλλειψη δημοσιοποιημένου συνολικού καταλόγου για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία δημιουργούν ένα δύσκολο ερώτημα για την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, με ποιες εγγυήσεις η Ελλάδα παραδίδει σήμερα ένα τόσο ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί;
Το Μνημόνιο Κατανόησης υπεγράφη στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και τον Βούλγαρο ομόλογό της, Evtim Miloshev. Σύμφωνα με την επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση, στην Ελλάδα πρόκειται να επιστρέψουν 48 κειμήλια από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Τα αντικείμενα είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, μέσα στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αντάλλαγμα, η ελληνική πλευρά συμφώνησε να παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που είχαν βρεθεί στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες και έχουν αποδοθεί στον Τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό που εντοπίστηκε στις τέσσερις σαρκοφάγους του χώρου. Η υπογραφή των σχετικών πρωτοκόλλων έχει προγραμματιστεί για τις 3 Οκτωβρίου 2026 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη.
Το πρόβλημα δεν είναι όσα επιστρέφουν, αλλά όσα μένουν πίσω
Η επιστροφή ακόμη και ενός ελληνικού κειμηλίου στον φυσικό και ιστορικό του χώρο είναι ουσιαστική. Όμως εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται στον αριθμό «48». Σύμφωνα με τον Ομότιμο Καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γεώργιο Παπάζογλου, οι αφαιρέσεις ελληνικών εκκλησιαστικών και ιστορικών θησαυρών κατά τις βουλγαρικές στρατιωτικές επιχειρήσεις των ετών 1913, 1917 και 1941 αφορούν πολύ μεγαλύτερο αριθμό αντικειμένων. Ο ίδιος κάνει λόγο για περισσότερα από 3.000 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων χειρόγραφα, παλαιά βιβλία, χρυσόβουλλα, πατριαρχικά σιγίλλια, εικόνες, Ευαγγέλια και εκκλησιαστικά σκεύη. Πρόκειται για εκτίμηση που αποδίδεται στον ίδιο και όχι για αριθμό που περιλαμβάνεται στην επίσημη συμφωνία.
Ακόμη πιο συγκεκριμένη είναι η παρέμβαση του Μητροπολίτη Δράμας Δωροθέου. Σε επιστολή του προς τη Λίνα Μενδώνη αναφέρει ότι μόνο από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας έχουν αφαιρεθεί 800 κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Υπό αυτό το πρίσμα, η επιστροφή 48 αντικειμένων από περισσότερους του ενός εκκλησιαστικούς φορείς δεν μπορεί από μόνη της να κλείσει την ιστορική εκκρεμότητα.
Γιατί δεν παρουσιάστηκε εξαρχής στην ελληνική κοινή γνώμη ένας πλήρης και αναλυτικός απολογισμός του τι διεκδικεί η Ελλάδα, ποια ακριβώς αντικείμενα επιστρέφουν τώρα και ποιο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία;
«Το έμαθα από τα ΜΜΕ»
Η υπόθεση γίνεται ακόμη σοβαρότερη λόγω της καταγγελίας του Μητροπολίτη Δράμας ότι δεν είχε προηγούμενη ενημέρωση για τη συμφωνία.
Ο κ. Δωρόθεος αναφέρει ότι είχε επανειλημμένα συζητήσει το θέμα των κειμηλίων με την υπουργό Πολιτισμού, ωστόσο πληροφορήθηκε την τελική συμφωνία από τα μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα, εκφράζει την ανησυχία ότι, μετά την παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ, η Ελλάδα ενδέχεται να διαθέτει μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ για τη διεκδίκηση των εκατοντάδων αντικειμένων που παραμένουν εκτός της σημερινής συμφωνίας.
Αυτό δεν αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
Όταν μια συμφωνία αφορά κειμήλια που ανήκουν σε ιστορικές μονές, σε εκκλησιαστικούς φορείς και, ευρύτερα, στην πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, η ενημέρωση των άμεσα ενδιαφερομένων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική διαδικασία. Η δημόσια καταγγελία ότι ένας από τους φορείς που διεκδικούν επί δεκαετίες την επιστροφή των θησαυρών έμαθε τη συμφωνία από τις ειδήσεις δημιουργεί εύλογη απαίτηση για εξηγήσεις από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ποια ακριβώς είναι τα 48 κειμήλια;
Εξίσου προβληματική είναι η εικόνα γύρω από την ακριβή ταυτότητα των αντικειμένων.
Δημοσιεύματα της 1ης Οκτωβρίου σημειώνουν ότι δύο ημέρες μετά την υπογραφή του Μνημονίου δεν είχε ακόμη δημοσιοποιηθεί πλήρης κατάλογος των 48 κειμηλίων.
Πρόκειται για στοιχείο που έχει σημασία. Άλλο είναι να γνωρίζει η ελληνική κοινωνία ότι «επιστρέφουν 48 αντικείμενα» και άλλο να γνωρίζει ποια ακριβώς είναι αυτά, από πού αφαιρέθηκε το καθένα, ποια είναι η ιστορική και θρησκευτική αξία του και ποια τεκμήρια εξακολουθούν να βρίσκονται στη βουλγαρική πλευρά.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι ένας ανώνυμος αριθμός σε ένα διπλωματικό ανακοινωθέν. Κάθε χειρόγραφο, κάθε εικόνα, κάθε Ευαγγέλιο και κάθε εκκλησιαστικό κειμήλιο αποτελεί τμήμα της ιστορικής συνέχειας ενός τόπου. Ακριβώς γι’ αυτό η πλήρης διαφάνεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η απάντηση της κυβέρνησης: «Είναι μόνο η αρχή»
Η κυβερνητική θέση είναι ότι η σημερινή συμφωνία δεν κλείνει την υπόθεση. Η επίσημη ανακοίνωση αναφέρει ρητά ότι Ελλάδα και Βουλγαρία συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις, ώστε να ταυτοποιηθούν και να ενταχθούν σε επόμενη συμφωνία και άλλα ιστορικά αντικείμενα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
Σύμφωνα επίσης με το αρχικό ρεπορτάζ του The Opinion, κυβερνητική πηγή υποστήριξε ότι η συμφωνία αποτελεί μόνο την αρχή και ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν νέες επιστροφές, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη γεωπολιτική σημασία της ελληνοβουλγαρικής συνεννόησης.
Αυτή είναι η κυβερνητική εξήγηση. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της σε όλα τα ερωτήματα.
Στην επίσημη ανακοίνωση δεν περιλαμβάνεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη δεύτερη φάση ούτε κατάλογος των αντικειμένων που η Αθήνα σκοπεύει να απαιτήσει στη συνέχεια.
Ακριβώς γι’ αυτό οι διαβεβαιώσεις περί «συνέχισης των διαπραγματεύσεων» χρειάζονται συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ποια αντικείμενα βρίσκονται στο τραπέζι; Πόσα έχουν ταυτοποιηθεί; Ποιο είναι το ελληνικό αίτημα; Υπάρχει δέσμευση της Σόφιας για επόμενη επιστροφή; Και, κυρίως, ποια μέσα πίεσης διατηρεί πλέον η Ελλάδα μετά την παράδοση των λειψάνων;
Η ιστορία δεν προσφέρεται για μυστική διπλωματία χωρίς λογοδοσία
Η συγκεκριμένη συμφωνία έχει και ευρύτερη βαλκανική διάσταση. Δημοσιεύματα στη Βόρεια Μακεδονία αντιμετώπισαν την παράδοση των λειψάνων μέσα από τη μακροχρόνια διαμάχη για την ιστορική ταυτότητα του Σαμουήλ, ενώ Βούλγαροι ιστορικοί την παρουσίασαν ως εξέλιξη ιδιαίτερης εθνικής και διπλωματικής σημασίας. Το ίδιο το αρχικό δημοσίευμα καταγράφει ένα ολόκληρο κύμα αντιδράσεων στον Τύπο των δύο χωρών.
Για την Ελλάδα, όμως, το κέντρο βάρους οφείλει να παραμένει σαφές: η προστασία και η επιστροφή της δικής της ιστορικής και εκκλησιαστικής κληρονομιάς.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως ιστορικό βήμα. Οι αντιδράσεις από την Ανατολική Μακεδονία θέτουν διαφορετικό ζήτημα: εάν αυτό το βήμα έγινε με επαρκή ενημέρωση, με πλήρη καταγραφή των ελληνικών διεκδικήσεων και με πραγματικές εγγυήσεις ότι η επιστροφή των 48 κειμηλίων δεν θα αποτελέσει το τέλος αλλά την αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας.
Και σε αυτά τα ερωτήματα η Λίνα Μενδώνη καλείται να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γιατί η επιστροφή των 48 κειμηλίων είναι ασφαλώς μια θετική εξέλιξη για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Δεν αρκεί όμως για να σβήσει από τον λογαριασμό εκατοντάδες άλλα χειρόγραφα, ιερά αντικείμενα και ιστορικούς θησαυρούς που, σύμφωνα με τους φορείς που τα διεκδικούν, εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός Ελλάδας.



