Ο Νάιτζελ Φάρατζ βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο έντονων πολιτικών και νομικών διεργασιών, επιλέγοντας να παραιτηθεί από τη βουλευτική του έδρα εν μέσω έρευνας για μια αδήλωτη δωρεά. Με αυτή την κίνηση, επιχείρησε να προλάβει μια ενδεχόμενη εισήγηση για αναστολή των καθηκόντων του, θέτοντας το ζήτημα εκ νέου στη λαϊκή ετυμηγορία. Την ίδια ώρα, ένα μεγάλο μέρος του βρετανικού Τύπου εξαπολύει μια επίμονη εκστρατεία εναντίον του, θυμίζοντας την τακτική που ακολουθήθηκε και απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η αντοχή του Φάρατζ και η πολιτική του δυναμική φαίνεται να προβληματίζουν τους αναλυτές.
Η ανάλυση του Βόλφγκανγκ Μινχάου
Ο διακεκριμένος γερμανός δημοσιογράφος Βόλφγκανγκ Μινχάου εκτιμά, μέσω του The Unherd, ότι η προσπάθεια αποδόμησης του Φάρατζ ενδέχεται να αποτύχει παταγωδώς. Σύμφωνα με τον Μινχάου, η περίπτωση του Φάρατζ διαφέρει από εκείνη προηγούμενων ηγετών, όπως ο Μπόρις Τζόνσον, καθώς ο ίδιος διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο στο κόμμα του.
Το βασικό επιχείρημα του αναλυτή είναι ότι οι υποστηρικτές του Φάρατζ δεν δίνουν σημασία σε νομικές ή πολιτικές λεπτομέρειες, όπως οι δωρεές. Αντίθετα, η προσοχή τους είναι στραμμένη στα καθημερινά προβλήματα που επηρεάζουν τη ζωή τους. Ο Μινχάου υπογραμμίζει πως η πολιτική τάξη του «Κέντρου» αρνείται να διδαχθεί από το παρελθόν –όπως συνέβη με την εκλογική ήττα της Χίλαρι Κλίντον στις ΗΠΑ– και συνεχίζει να επενδύει σε στρατηγικές που έχουν χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα των ψηφοφόρων.
Ο ρόλος των ΜΜΕ και η αλλαγή των κανόνων
Ο Μινχάου επισημαίνει ότι η παραδοσιακή «τέταρτη εξουσία» βρίσκεται σε πανικό, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η πολιτική αλλάζει ραγδαία. Οι ηγέτες του λαϊκισμού δεν βασίζονται στην προνομιακή πρόσβαση στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, αλλά επικοινωνούν απευθείας με το κοινό μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Κατά τον γερμανό αναλυτή, ένας ηγέτης όπως ο Φάρατζ, εφόσον βρισκόταν στην πρωθυπουργία, θα μπορούσε να ανατρέψει πλήρως το παραδοσιακό σύστημα επιρροής των μέσων ενημέρωσης, καθιστώντας τα παλαιά πολιτικά λόμπι παρωχημένα. Η προσπάθεια των κατεστημένων δυνάμεων να τον πλήξουν με «διασκεδαστικά τεχνάσματα» ή μέσω της σάτιρας, θεωρείται από τον ίδιο ως μια κίνηση που τελικά υποτιμά τη νοημοσύνη των ψηφοφόρων.
Το αδιέξοδο της πολιτικής ατζέντας
Το συμπέρασμα του Μινχάου είναι πως αντί το πολιτικό σύστημα να αναζητά λύσεις για τη χαμηλή παραγωγικότητα ή την αποβιομηχάνιση, αναλώνεται σε κινήσεις αντιπερισπασμού. Προειδοποιεί, τέλος, ότι ακόμη και οι πιο κυνικές αλλαγές στα εκλογικά συστήματα, με σκοπό τον αποκλεισμό ανεπιθύμητων πολιτικών προσώπων, συχνά γυρίζουν εναντίον εκείνων που τις σχεδίασαν. Οι ψηφοφόροι, όπως καταλήγει, έχουν αποδείξει πως δεν είναι διατεθειμένοι να καθοδηγούνται εύκολα από τέτοιες στρατηγικές.



