Η Τουρκία, που πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπιζόταν από πολλούς συμμάχους ως το «δύσκολο μέλος» του ΝΑΤΟ, εμφανίζεται πλέον να επιστρέφει στο επίκεντρο των στρατηγικών υπολογισμών της Συμμαχίας. Με φόντο τη σύνοδο κορυφής στην Άγκυρα, ο ρόλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα σημαντικός για το μέλλον του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα των New York Times, η Τουρκία είχε προκαλέσει τα προηγούμενα χρόνια έντονη δυσφορία στους συμμάχους της. Η Άγκυρα καθυστέρησε διαδικασίες ένταξης νέων χωρών στη Συμμαχία, δεν ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία και διατήρησε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις άλλαξαν τα δεδομένα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχουν ενισχύσει τη σημασία της Τουρκίας για τη Δύση. Η χώρα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και γεωγραφική θέση που τη μετατρέπει σε κρίσιμο κόμβο ανάμεσα σε Ευρώπη, Ρωσία, Μέση Ανατολή και Μαύρη Θάλασσα.
Η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία για να αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση. Από τη μία πλευρά παραμένει βασικός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, από την άλλη όμως συνεχίζει να ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, διατηρώντας σχέσεις και με δυνάμεις που η Δύση αντιμετωπίζει με καχυποψία.
Το στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό είναι ότι η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας συνοδεύεται από ανησυχίες για την εσωτερική της πορεία. Οι αυταρχικές τάσεις της κυβέρνησης Ερντογάν εξακολουθούν να προβληματίζουν Ευρωπαίους και Αμερικανούς αξιωματούχους, όμως στη σημερινή συγκυρία φαίνεται πως οι γεωπολιτικές ανάγκες υπερισχύουν των ενστάσεων.
Έτσι, η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί όχι ως πρόβλημα για το ΝΑΤΟ, αλλά ως αναγκαίος παίκτης για τη σταθερότητα της Συμμαχίας. Το ερώτημα είναι αν αυτή η νέα ισορροπία θα οδηγήσει σε ουσιαστική ενίσχυση της συνεργασίας ή αν θα δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών για την Άγκυρα.



