Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης (συμμορίας) παρείχαν, οργανωμένα, υπηρεσίες ρευματοκλοπής σε περισσότερους από 100 πελάτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, σε συνολικά 14 νομούς της ελληνικής επικράτειας. Ανάμεσα στους πελάτες φέρονται να περιλαμβάνονται κατοικίες, αλλά και επιχειρήσεις με μεγάλη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, όπως πρατήρια υγρών καυσίμων, επιχειρήσεις εστίασης, ίντερνετ καφέ, βιομηχανικές μονάδες συσκευασίας κρεάτων, τροφίμων και γάλακτος, καθώς και ελαιοτριβεία.
Η φερόμενη δράση της εγκληματικής ομάδας, που κατά το κατηγορητήριο φαίνεται να εκκινεί το 2017, δεν περιοριζόταν στις γνωστές παρεμβάσεις σε αναλογικούς μετρητές, καθώς τα μέλη της, ανάλογα με την περίπτωση, κατηγορούνται ότι είχαν αναπτύξει εξειδικευμένη τεχνογνωσία, επεμβαίνοντας τόσο σε παλαιούς όσο και σε σύγχρονους ψηφιακούς μετρητές του ΔΕΔΔΗΕ.
Μάλιστα, σε 88 περιπτώσεις διαπιστώθηκε παραβίαση ψηφιακών μετρητών με τη χρήση ειδικού παράνομου λογισμικού, όπως ανακοίνωσε η ΕΛ.ΑΣ.
Οι τρεις βασικοί κατηγορούμενοι που κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις στον ανακριτή αντιμετωπίζουν, κατά περίπτωση, τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών ρεύματος, της εγκληματικής οργάνωσης (συμμορία), της παρακώλυσης λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων, της ρευματοκλοπής- απλής και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές πράξεις και της παράνομης οπλοκατοχής.
Ανάμεσα τους είναι 52χρονος αυτοκινητιστής, 43χρονος αλιέας με παράλληλη ενασχόληση σε κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων και 40χρονος πρατηριούχος.
Κατά πληροφορίες, στον πρώτο αποδίδονται 92 πράξεις ρευματοκλοπής, στον δεύτερο 13 και στον τρίτο 11.
Όλοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες και οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση.
