Η ελληνική οικονομία κινείται ανάμεσα σε δύο πιεστικές πραγματικότητες: την υψηλή φορολογική επιβάρυνση των πολλών και τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε λίγους.
Από τη μία πλευρά, οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των φορολογικών εσόδων του κράτους. Για αυτούς, η φορολογία δεν είναι αφηρημένος αριθμός, αλλά άμεση μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος: φόροι εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές και ιδιαίτερα ο ΦΠΑ, που επιβαρύνει κάθε καθημερινή αγορά, δημιουργούν μια σταθερή πίεση στο επίπεδο ζωής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και μικρές αυξήσεις τιμών ή φόρων γίνονται αισθητές ως σημαντική επιδείνωση της καθημερινότητας.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η διάσταση της οικονομικής ανισότητας και της συγκέντρωσης πλούτου. Σε κάθε οικονομία υπάρχουν εύπορες ομάδες, όμως στην ελληνική περίπτωση συχνά επισημαίνεται ότι η φορολογική επιβάρυνση δεν κατανέμεται πάντα αναλογικά με την πραγματική οικονομική δυνατότητα. Μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα διαθέτουν συχνά περισσότερα εργαλεία φορολογικού σχεδιασμού, πρόσβαση σε εξειδικευμένη νομική και λογιστική υποστήριξη, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των εισοδημάτων τους. Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι το βάρος πέφτει δυσανάλογα στη μεσαία τάξη, ιδίως όταν η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην έκτη θέση παγκοσμίως στην φορολογία.
Μέσα σε αυτή τη διπλή πραγματικότητα, διαμορφώνεται ένα κοινωνικό αίσθημα αδικίας: ότι η φορολογία δεν λειτουργεί πάντα ως εργαλείο ισορροπίας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχύει τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες. Η συζήτηση για την «πλουτοκρατία» δεν αφορά απαραίτητα μια απόλυτη κυριαρχία των πλουσίων, αλλά περισσότερο την αντίληψη ότι η οικονομική ισχύς έχει μεγαλύτερη αντοχή και προσαρμοστικότητα μέσα στο φορολογικό σύστημα, ενώ η καθημερινή εργασία φορολογείται πιο άμεσα και πιο ορατά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μόνιμο κοινωνικό ερώτημα: κατά πόσο το φορολογικό και οικονομικό μοντέλο κατανέμει δίκαια τα βάρη και κατά πόσο αναπαράγει ανισότητες που ήδη υπάρχουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «υπερφορολόγησης» δεν αφορά μόνο το ύψος των φόρων, αλλά και το πώς αυτοί γίνονται αισθητοί στην καθημερινή ζωή των πολιτών και πώς επηρεάζουν την εμπιστοσύνη προς το οικονομικό σύστημα συνολικά.
Γιώργος Καλτσίδης – Πτυχιούχος Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Πηγή: VoiceNews.gr



